διασήπω

διασήπω,
A cause to putrefy,

χρῶτα Str.15.1.37

, cf. Dsc.2.173, Gal. 18(2).455;

τοῦ κακοῦ-σήψαντος τὰ οὖλα Ael.NA9.62

:—freq.in [voice] Pass., with [tense] pf. διασέσηπα, putrefy, Thphr.HP5.7.5, Luc.Luct.18;

διασαπεὶς τὸν πόδα Id.Alex.59

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασήπω — (Α διασήπομαι) επιφέρω σήψη αρχ. σαπίζω, φθείρομαι, καταστρέφομαι τελείως …   Dictionary of Greek

  • προδιασήπω — Α προκαλώ σήψη προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + διασήπω «επιφέρω σήψη, σαπίζω, φθείρομαι»] …   Dictionary of Greek

  • συνδιασήπω — Α προκαλώ τη σήψη μαζί ή ταυτόχρονα με κάτι άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + διασήπω «επιφέρω σήψη»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.